Ολόκληρη η αφίσα «ΤΕΛΕΙΟΜΑΝΙΑ (Β)»: αίτια τελειομανίας και θεραπευτική αντιμετώπιση
Πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση

👨‍👩‍👧 Παιδική ηλικία και τελειομανία

Οι ενήλικες θεραπευόμενοι εκφράζουν συχνά μια αρνητική σχέση με τους γονείς κατά την παιδική τους ηλικία, η οποία χαρακτηριζόταν από συχνά & αυστηρά σχόλια για διάφορους τομείς της ζωής τους, ακόμα κι αν είχαν καλές επιδόσεις. Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία, η αρνητική αυτή κριτική εσωτερικεύεται από το άτομο και το επηρεάζει (συνειδητά ή ασυνείδητα), ανεξάρτητα από τη φυσική παρουσία των γονέων. Το υποκείμενο, μεγαλώνοντας, διαμορφώνει προσδοκίες με τις οποίες ποτέ δεν είναι ικανοποιημένο (όπως ίσως οι γονείς του παλαιότερα), ενώ νιώθει ενοχή ή ντροπή όταν κάνει λάθη (Tong & Lam, 2011).

Ως άλλη πιθανή πηγή τελειομανίας αναφέρεται η ανάθεση ενός ρόλου στο θεραπευόμενο, ήδη από την παιδική του ηλικία, που απαιτούσε να είναι τέλειος-α, αλλιώς θα υπήρχαν πολύ αρνητικές συνέπειες σε κοντινά του πρόσωπα (Overholser & Dimaggio, 2020).

🗣️ Κλινικό περιστατικό

Ένα παράδειγμα από την κλινική πράξη βοηθά να δούμε πώς όλα αυτά ξετυλίγονται στην πραγματική ζωή:

«Άννα, 40 χρονών, μιλάει στο θεραπευτή της για την παιδική της ηλικία. Η θεραπευόμενη παρουσίασε πολλές αναμνήσεις, όπου έπρεπε να είναι το "τέλειο κορίτσι" και στο σπίτι και στο σχολείο. Η Άννα ήθελε να αποφύγει να δημιουργήσει επιπρόσθετα προβλήματα στη μητέρα της, που υπέφερε από κατάθλιψη και από τη συνεχή φροντίδα της βαριά άρρωστης γιαγιάς της θεραπευόμενης. Η νεαρή αδερφή της Άννας είχε προβλήματα στο σχολείο και η μητέρα τους αντιδρούσε με πολύ έντονη θλίψη και απογοήτευση, λέγοντας "Έχω τόσα πολλά προβλήματα κι εσύ μου δημιουργείς άλλα τόσα". Η θεραπευόμενη ανέπτυξε, λοιπόν, την πεποίθηση ότι έπρεπε να αποφύγει να απογοητεύσει και να στενοχωρεί τη μητέρα της, όπως η αδερφή της. Η τελειομανία έγινε η στρατηγική της για να αποφύγει συναισθήματα ενοχής, αλλά παράλληλα δεν υπήρχε ποτέ ουσιαστική ικανοποίηση από τις προσπάθειές της: η μητέρα της συνέχιζε να είναι καταθλιπτική και να κλείνεται στο δωμάτιό της (…)»

— (Overholser & Dimaggio, 2020, σελ. 5)

Στη θεραπευόμενη του παραδείγματος δόθηκε τυχαίο ψευδώνυμο. Υπενθυμίζεται ότι οι παραπάνω περιπτώσεις είναι ενδεικτικές. Το πώς κάποιο άτομο έχει αναπτύξει τελειοθηρική συμπεριφορά ανακαλύπτεται σταδιακά κατά την ψυχοθεραπεία και αφορά την προσωπική του ιστορία.

🧭 Συμπερασματικά

Η τελειομανία αποτελεί συνήθως ένα συντονικό προς το εγώ σύμπτωμα. Αυτό σημαίνει ότι τα ίδια τα άτομα δεν τη θεωρούν ως κάτι αρνητικό, αλλά ως μέρος της προσωπικότητάς τους και ως αναγκαίο συστατικό της επιτυχίας τους. Για να υπάρξει, λοιπόν, ψυχοθεραπευτική ή κάθε άλλου είδους παρέμβαση, χρειάζεται να αναγνωρισθούν πρώτα οι αρνητικές επιπτώσεις της, οι οποίες συνήθως παραγνωρίζονται εις βάρος των πλεονεκτημάτων της. Μέσα από την ψυχοθεραπεία, το υποκείμενο κατανοεί και ενίοτε ανατρέπει πεποιθήσεις που το οδηγούν στην τελειομανία. Παράλληλα, δοκιμάζει νέους τρόπους συμπεριφοράς και συσχέτισης με τους άλλους, που δεν θα το επιβαρύνουν και θα του δημιουργούν περισσότερο ευχάριστα συναισθήματα.

Βιβλιογραφία

(1) Overholser, J., & Dimaggio, G. (2020). Struggling with perfectionism: When good enough is not good enough. Journal of Clinical Psychology, 76(11), 2019–2027.

(2) Tong, Y., & Lam, S.-F. (2011). The cost of being mother’s ideal child: The role of internalization in the development of perfectionism and depression. Social Development, 20(3), 504–516.